ο ανθρωπος απο κιμωλια

Πριν πολλά, πολλά χρόνια σε μία φασαριόζα πόλη, γεννήθηκε ένα μωρό φτιαγμένο από κιμωλία.
Πριν ακόμη η μητέρα ξυπνήσει από τη νάρκωση, ο γιατρός και όλες οι νοσοκόμες της μαιευτικής πτέρυγας είχαν μοιραστεί την επαγγελματική τους άποψη με τον πατέρα: ένα παιδί σαν κι αυτό ήταν πραγματικό θαύμα της φύσης· παρ’ όλα αυτά, ήταν καταδικασμένο σε μία σύντομη και δίχως αμφιβολία επίπονη ζωή.
Λίγες ώρες αργότερα, με δάκρυα χαράς και τρόμου μαζί, οι νεαροί γονείς κρατούσαν για πρώτη φορά το παιδί στην αγκαλιά τους. Τι μικροσκοπικό που ήταν! Μα πως ήταν δυνατό η μοίρα να είναι τόσο σκληρή με αυτό το ανθρωπάκι που καλά καλά δεν άνοιγε τα μάτια του;

Όχι, αποφάσισαν νοερά και οι δυό τους, απόφαση που δεν χρειάστηκε ποτέ να επικοινωνήσουν με λόγια: θα έκαναν ο,τι περνούσε από τα χέρια τους για βγάλουν το γιατρό ψεύτη. Θα έκαναν ο,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να δούν το παιδί να μεγαλώνει, και να μεγαλώνει ευτυχισμένο. Ο κόσμος ήταν γεμάτος από ανθρώπους φτιαγμένους από σάρκα και κόκκαλα, ίσως χρειαζόταν και έναν άνθρωπο φτιαγμένο από κιμωλία… Μα καθώς η μαμά χαϊδευε το καραφλό κεφαλάκι του μωρού της, πρόσεξε πως στο χέρι της έμεινε μία αχνή λευκή γραμμή.

Οι γονείς όντως αγάπησαν βαθύτατα το παιδί τους, κι εκείνο μεγάλωσε εκπέμποντας την αγάπη που του έδιναν. Ο πατέρας του το έμαθε να είναι πρόθυμο, καλοσυνάτο και τίμιο απέναντι στους ανθρώπους γύρω του. Η μητέρα του υπενθύμιζε πως είναι εξίσου σημαντικό να φροντίζει κανείς τον εαυτό του, ώστε να μπορεί να δώσει από το απόθεμα και στους άλλους.
Είχε πολλούς φίλους, άλλους στενούς και άλλους όχι τόσο στενούς. Φυσικά ήξερε πως δεν ήταν ίδιο με τα άλλα παιδιά, όμως πίστευε ακράδαντα ότι τους ένωναν περισσότερα από όσα τους έκαναν διαφορετικούς. Ποτέ δεν δίσταζε να πάρει μέρος στο παιχνίδι και στο πείραγμα, να ανταποδώσει την αγκαλιά ή το χάδι τους. Τα πολύχρωμα σημάδια που άφηνε σε ο,τι άγγιζε και σε όποιον ερχόταν σε επαφή του έδιναν χαρά.
Κάποια μέρα, στο δημοτικό ακόμα, ένα μεγαλύτερο παιδί του έβαλε τρικλοποδιά. Τη στιγμή της πρόσκρουσης ένα κομμάτι κιμωλίας έσπασε από το δεξί του ζυγωματικό, και όλοι όσοι ήταν μπροστά πάγωσαν στις θέσεις τους (ειδικά ο μπούλης που τον είχε ρίξει). Το παιδί από κιμωλία όμως σηκώθηκε, μάζεψε ψύχραιμα το σπασμένο κομμάτι του προσώπου του, και με αυτό ζωγράφισε ένα μεγάλο, πανέμορφο λουλούδι στον κοντινότερο τοίχο.
Αρκετά αργότερα, στην ασφάλεια του σπιτιού του, επέτρεψε σε ένα μόνο δάκρυ να κυλήσει· το δάκρυ ξέπλυνε τη σκόνη από το σπασμένο μάγουλο και έπεσε λευκό στο χαλί.

Το παιδί από κιμωλία μεγάλωσε κι έγινε νεαρός άντρας. Δεν ήταν εύκολη διαδικασία. Στην πορεία αγάπησε, μίσησε, θύμωσε, έκλαψε, χάρηκε, γνώρισε ανθρώπους κι απομακρύνθηκε από άλλους, πήρε σωστές αποφάσεις και άλλες λιγότερο σωστές· έχασε αρκετά ακόμη κομμάτια, και κάποια από τα σημάδια αυτά θα ήταν εμφανή για την υπόλοιπη ζωή του. Μα, όλα τα παραπάνω φυσικά ισχύουν κατά την ενηλικίωση οποιουδήποτε.
Σε όλο αυτό το διάστημα, δεν σταμάτησε ποτέ να σφίγγει το χέρι όσων σεβόταν και να αγκαλιάζει όσους είχαν θέση στην καρδιά του. Ήταν για εκείνον πολύ σημαντικές χειρονομίες, και για τους γύρω του ένα από τα πιό χαρακτηριστικά γνωρίσματά του. Μόνο οι γονείς του, που τον παρατηρούσαν όλη του τη ζωή, μπορούσαν να δουν πως κάθε τέτοια χειρονομία, κάθε ανθρώπινη επαφή, έφθειρε κυριολεκτικά το γιό τους, αφήνοντάς τον αργά αλλά σταθερά λιγότερο από πριν.

Πέρασαν χρόνια. Ο άντρας που ήταν φτιαγμένος από κιμωλία, πενηντάρης πλέον, ήταν ένας άψογος καλλιτέχνης, οι τοιχογραφίες του οποίου στόλιζαν από συνοικιακά καφενεία μέχρι περιζήτητα σαλόνια. Όλοι συμφωνούσαν στο ίδο πράγμα, κι ας μην ήξεραν πόσο αληθινό ήταν: πως κάθε έργο περιείχε και από ένα κομμάτι του καλλιτέχνη.

Και τότε ήταν που έφτασε ένα χτύπημα που κανένα λουλούδι ζωγραφισμένο στον τοίχο δεν θα μπορούσε να γιατρέψει. Ήταν Δευτέρα, και οι γονείς του άντρα από κιμωλία ενεπλάκησαν σε τροχαίο, επιστρέφοντας από κάποιο ταξίδι. Δεν πρόλαβαν να φτάσουν στην εντατική- έφυγαν όμως κρατώντας το χέρι ο ένας του άλλου. Ο άντρας από κιμωλία δεν πρόφτασε να τους δει, ούτε υπήρξαν δακρύβρεχτα “αντίο” στο θάλαμο κάποιου νοσοκομείου. Η μόνη μικρή του παρηγοριά ήταν στη σκέψη πως ο,τι είχαν να του πουν και να του μάθουν, το είχαν κάνει όσο ήταν εν ζωή.
Εκείνος και ο σύντροφός του παρακολούθησαν μαζί την κηδεία. Όλοι ανυπομονούσαν να ακούσουν τον επικήδειο λόγο του, εκείνος όμως έμεινε σιωπηλός καθ’ όλη τη διάρκεια. Ήταν πάντοτε καλύτερος στις τις πράξεις από ότι στις λέξεις. Όταν ήρθε η σειρά του να αποχαιρετίσει από κοντά τους ανθρώπους που τον έφεραν στη ζωή, χαϊδεψε τρυφερά τα πρόσωπά τους και έκλαψε. Κάποιος αργότερα σχολίασε πως δεν ήταν σωστό που το ζευγάρι θάφτηκε πριν τους καθαρίσουν τις κιμωλίες από τα πρόσωπα, μα ήταν τόσοι αυτοί που τον αγριοκοίταξαν, που αμέσως αποχώρησε.
Ο άντρας, που πλέον είχε δικά του παιδιά, υποσχέθηκε πως αν περνούσε από το χέρι του, θα τους άφηνε με χαμόγελο στα χείλη όταν θα ερχόταν η δική του ώρα.

Τα επόμενα χρόνια ο άντρας επιδόθηκε με ζήλο στην τέχνη. Ταυτόχρονα όμως γινόταν όλο και πιό εύθραυστος, και τα ατυχήματα πλήθαιναν -γηρατειά, είπαν συγκαταβατικά κάποιοι που δεν γνώριζαν την ιστορία του. Άλλοι πάλι υποψιάζονταν την αλήθεια -ο γέροντας από κιμωλία είχε πολλούς φίλους, και πολλοί από αυτούς ήταν σοφοί και δύσκολα τους έκρυβε κανείς το προφανές.
Και μία ημέρα, μία απρόσμενα αναξιόλογη και βαρετή Τετάρτη, έφτασε η ώρα. Ο γέροντας δεν πιάστηκε απροετοίμαστος: είχε μαζέψει όλους τους αγαπητούς σε εκείνον ανθρώπους στην πλατεία της γειτονιάς όπου μεγάλωσε, με την πρόφαση πως τους χρειαζόταν για το μεγαλύτερο έργο που είχε αναλάβει ποτέ. Συγκεντρώνοντάς τους γύρω του, στο κέντρο της πλατείας, χαϊδεψε την πολύχρωμη γενειάδα του και χαμογέλασε στο θέαμα. Ύστερα μοίρασε στον καθένα από μία κιμωλία, και τους εξήγησε το όραμα που είχε.
Το νέο εξαπλώθηκε στόμα με στόμα σαν πυρκαγιά, και σύντομα η μισή πόλη γνώριζε τι γίνεται στην πλατεία της γειτονιάς. Και μαζεύτηκε τόσος κόσμος! Παιδάκια αλλά και ενήλικες που μεγάλωσαν βλέποντας τις τοιχογραφίες του μεγάλου καλλιτέχνη, μεγαλύτεροι που τον θυμόνταν να ζωγραφίζει παράνομα σε τοίχους και πεζοδρόμια, ακόμη και κάποιοι που τότε είχαν ενοχληθεί από τις θυμωμένες εφηβικές μουτζούρες του και τον είχαν κατακρίνει. Ήταν εκεί και άνθρωποι που έπαιξαν κάποιο ρόλο στη ζωή του: μία αιωνόβια γυναίκα, μία από τις νοσοκόμες που τον έφεραν στον κόσμο, καυχόταν πως είχε καταλάβει από το πρώτο λεπτό ότι αυτό το παιδί θα μεγαλουργήσει. Ο μπούλης που του έβαλε τρικλοποδιά κάποτε, γέροντας πλέον κι εκείνος, ήρθε στην πλατεία με τα εγγόνια του. Στο δρόμο τους έλεγε πόσο καλοί φίλοι είχαν υπάρξει με τον καλλιτέχνη στα νιάτα τους.

Ο γέροντας από κιμωλία τους υποδέχθηκε όλους με τον ίδιο τρόπο: με μία θερμή χειραψία ή μία σφιχτή αγκαλιά. Η κούρασή του σύντομα άρχισε να γίνεται εμφανής, μα το μόνο που ζήτησε ήταν να στηριχτεί στον ώμο του μεγαλύτερου γιού του, κι έτσι συνέχισε να συναντά και να χαιρετά κόσμο- ανθρώπους που ήξερε, και άλλους που γνώριζε για πρώτη φορά. Τους αγκάλιασε όλους σφιχτά. Τους χάριζε έτσι ένα μικρό του κομμάτι, μέχρι που δεν υπήρχε άλλο κομμάτι να χαρίσει.

Και έτσι ο άνθρωπος από κιμωλία έφυγε όπως ακριβώς ήθελε: ανάμεσα στους ανθρώπους, δημιουργώντας μαζί τους, αφήνοντας την πόλη λίγο πιό όμορφη από ότι την βρήκε. Και καθώς το πλήθος άρχισε να αραιώνει, άρχισε σιγά σιγά να φαίνεται στην πληρότητά του το τελευταίο του(ς) έργο. Ένα πανέμορφο λευκό κρίνο που απλωνόταν από την μία πλευρά της πλατείας ως την άλλη. Γύρω του πλέκονταν άπειρα κλαδάκια, φύλλα, πολύχρομα λουλούδια πτηνά, ζωγραφισμένα από διαφορετικά χέρια, με το δικό του χαρακτήρα το καθένα. Όσο απομακρύνονταν από την πλατεία, τα παρακλάδια της ζωγραφιάς σκαρφάλωναν σε τοίχους, σκουπιδοτενεκέδες, πυροσβεστικούς κρούνους, σήματα κυκλοφορίας, αυτοκίνητα, ενσωματώνοντάς τα όλα στο ίδιο θαυμάσιο αριστούργημα.

Ανάμεσα σε όλους όσους παρεβρέθηκαν, δεν υπήρξε ούτε ένας που να μην έφυγε χαμογελαστός. Κάποιοι δάκρυσαν, φυσικά· μα ήταν γλυκά τα δάκρυά τους, και τα σκούπισαν γήγορα, μην πέσουν στην κιμωλία και χαλάσουν τη ζωγραφιά.

Την επόμενη μέρα έβρεξε, και οι δρόμοι, οι τοίχοι και τα αυτοκίνητα ξεπλύθηκαν. Μα η πόλη δεν θα ξεχνούσε για πολύ, πολύ καιρό τον άνθρωπο που κυριολεκτικά σημάδευε με χρώμα όποιον συναντούσε.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s