Στοιχειο της φυσης

Το βλέπεις κι εσύ;

Ναι, το βλέπεις.

Τι παράξενο πλάσμα, πράγματι! Όποια κι αν ήταν η εικόνα που είχα πριν το συναντήσω, ήταν τόσο λάθος που σβήστηκε εντελώς από τη μνήμη μου. Κι όμως, νόμιζα πως ήξερα ο,τι υπήρχε να μάθω γιαυτό.

Είκοσι τρία χρόνια περίμενα αυτή τη στιγμή -ίσως και περισσότερα. Μα δεν χαρίζει τον εαυτό του εύκολα. Είναι γρήγορο και πονηρό, και τα ίχνη που αφήνει πίσω του είναι σποραδικά και δυσδιάκριτα- αρκετές ήταν οι φορές που τα ακολούθησα μόνο και μόνο για να φτάσω σε κάποια αδιέξοδη σπηλιά ή στην άκρη κάποιου γκρεμού. Ξέρει να γίνεται ένα με το δάσος, και το δάσος ξέρει πως να προστατεύει τους ενοίκους του.

Αυτή τη φορά όμως έχω προετοιμαστεί άψογα. Ή τουλάχιστον, έτσι νόμιζα μέχρι πριν λίγο… Τώρα που το σπάνιο αυτό στοιχειό της φύσης στέκεται με όλη του τη μεγαλοπρέπεια μπροστά μου, νιώθω χαμένος, νιώθω γυμνός. Ωραίος κυνηγός…

Το θήραμά μου με εντοπίζει ανάμεσα στις φυλλωσιές, και παγώνω· τα μάτια του καρφώνονται πάνω μου. Μα τι μάτια… Δύο μπλε πετράδια με το βάθος όλων των ωκεανών του κόσμου, κρατούν από ένα σύμπαν φυλακισμένο μέσα τους.

Ίσως να είναι η μόνη ευκαιρία που θα μου δοθεί για πολύ καιρό, και δεν πρέπει να την χάσω. Είναι τόσο λίγοι αυτοί που τους αξιώνει με την εμφάνισή του αυτό το πανέμορφο μυστήριο, πόσο μάλλον εκείνοι που όντως έφτασαν να το συλλάβουν!

Έτσι, μένουμε ακίνητοι εκεί, περιμένοντας και οι δύο την παραμικρή κίνηση του άλλου. Κυνηγός και θήραμα. Ένα παιχνίδι δύναμης αρχαίο όσο και ο χρόνος. Το μόνο μου πλεονέκτημα βρίσκεται στο ότι δεν γνωρίζει αν αποτελώ όντως απειλή, και στον φόβο που γεννά αυτή η άγνοια. Εάν γνώριζε πως δεν είμαι παρά ένας πουθενάς, ένας χωριάτης που (σχεδόν βλάσφημα) δοκιμάζω την τύχη μου εκεί όπου πολύ μεγαλύτεροι από εμένα άνδρες και γυναίκες απέτυχαν, το πλάσμα θα είχε προ πολλού γίνει άφαντο μέσα στο πυκνό δάσος. Η αβεβαιότητα όμως είναι η ασπίδα μου- δεν τολμά να πάρει το βλέμμα του αλλού.

Τι παράξενο πλάσμα. Εάν υπάρχουν θεοί, αυτό πρέπει να είναι η κορωνίδα της πλάσης τους. Αν χαρακτήρισα την όψη του μεγαλοπρεπή, η ίδια η λέξη αυτή χλομιάζει όταν προσπαθεί να την περιγράψει. Μίλησα για τα μάτια του, σμαράγδια που κόβουν ως την ψυχή του ανθρώπου, μα δεν υπάρχει λίθος αρκετά πολύτιμος ούτε χρυσοχόος που να μπορεί να τα εκτιμήσει χωρίς να γίνει ιερόσυλος. Παρομοίασα το ζώο αυτό με δύναμη της φύσης, και ίσως να είναι αυτή η πιό ταιριαστή έννοια που υπάρχει στην ανθρώπινη γλώσσα: Γιατί σέρνει τον Εγκέλαδο στις οπλές του και ο Τυφώνας ξεχύνεται από τις φτερούγες του. Η διάπλαση του είναι αντάξια των Τιτάνων που χωρίς αμφιβολία το γέννησαν. Σε κάθε ανάσα διακρίνω τους μυς που μετακινούνται κάτω από το ασημένιο του δέρμα, και δεν μένει αμφιβολία: το πλάσμα αυτό μπορεί χωρίς κόπο να με αφανίσει.

Κάτι κινείται στα δέντρα, και στην ένταση της στιγμής το θρόισμα των φύλλων μοιάζει εκκωφαντικό. Για μία στιγμή η προσοχή μου αποσπάται· συνειδητοποιώ αμέσως πως αυτό ήταν το τέλος μου. Το θεριό ορμά με ένα μουγκρητό κατά πάνω μου. Ο νους μου τρέχει: το να ξεφύγω είναι μάταιο, άρα πρέπει να αμυνθώ. Μέσα στην απελπισία ο εγκέφαλός μου εκκρίνει αρκετή τεστοστερόνη για να σκοτώσει δέκα άντρες, και μένω να παρατηρώ σαν τρίτος τον εαυτό μου να σηκώνεται αποφασιστικά από την κρυψώνα και να βαδίζει προς τον επερχόμενο χαμό μου. Όχι, σκέφτομαι. Εγώ είμαι ο κυνηγός, κι εσύ το θήραμα.

Οι δύο μας συναντιόμαστε κάπου στη μέση. Μία ασταμάτητη δύναμη, ένα μυστήριο αρχέγονο, απέναντι σε έναν μικρό ανθρωπάκο, μία φευγαλέα πνοή που όμως ορθώνει αγέρωχα το ανάστημα αψηφώντας τους θεούς. Η ύβρις του ανθρώπου είναι τόσο εξόφθαλμη, που ένα ίχνος αμφιβολίας ξεκινά να τρεμοπαίζει στο μάτι του θεριού.

Και το ανθρωπάκι υπερνικά τις πιθανότητες.

Λίγο πριν φτάσει να με ποδοπατήσει, το πλάσμα σταματά, σηκώνεται στα πίσω πόδια κραυγάζοντας θυμωμμένα. Τα φτερά του απλώνονται αποκαλύπτοντας το πραγματικό μέγεθός τους. Κι εγώ στέκομαι εκεί, γνωρίζοντας πως αν κάνω μισό βήμα πίσω, οι οπλές του ζώου θα προσγειωθούν πάνω μου και θα με ποδοπατήσουν στέλνοντάς με στο χώμα από όπου προήλθα…

Τελικά οι οπλές προσγειώνονται μπροστά μου. Από τα βάθη του πλάσματος αναδύεται ένας βρυχηθμός ανόμοιος με οποιονδήποτε ήχο στον κόσμο. Τα μάτια του καρφώνονται ξανά στα δικά μου.

Τι κάνει κανείς σε αυτή την περίπτωση; Όταν ξέρει πως η Φύση του χάρισε τη ζωή, μόνο και μόνο γιατί ο ίδιος στάθηκε πολύ ανόητος να την προστατέψει;

Χωρίς να σκεφτώ, απλώνω το χέρι και αγγίζω το κεφάλι του ζώου. Εκείνο τινάζεται ξαφνιασμένο (όσο κι εγώ), μα συνεχίζω. Το χέρι μου ακολουθεί τη γραμμή του κρανίου του μέχρι το σημείο όπου τα πολύπλοκα κέρατά του φυτρώνουν θαρρείς μέσα από το τρίχωμα.

Τα γόνατα του ασημένιου γίγαντα λυγίζουν, και τα μάτια του μου μιλούν για πρώτη φορά. “Έλα”, μου ψιθυρίζουν. “Έλα, θα σου δείξω.”

Με ευλάβεια, και χωρίς το χέρι μου να σταματήσει να ακουμπά το ζώο, περπατώ προς την πλευρά του. Στηριζόμενος πάνω στο διπλωμένο του σκέλος βρίσκομαι με δύο κινήσεις στην πλάτη του· ίσα που προλαβαίνω να αρπάξω με το άλλο χέρι το λαιμό του θηρίου πριν-

Το πλάσμα τινάζεται κατακόρυφα προς τα πάνω, στριφογυρίζοντας στον αέρα σαν έλικα. Κοιτάζοντας πίσω μου βλέπω τα δέντρα να μικραίνουν τόσο απότομα που ζαλίζομαι, και τα δάχτυλά μου κλείνουν σφιχτά γύρω από το γυαλιστερό τρίχωμα. Στο υψηλότερο σημείο της τροχιάς, τα θεόρατα φτερά του θεριού ξαφνικά απλώνονται και για λίγο μένουμε εκεί, μετέωροι…

Χωρίς καμία φαινομενικά προσπάθεια γλιστράμε μαζί πάνω στα κύματα του ανέμου. Πίσω μου βλέπω ακόμη το βουνό πάνω στο οποίο βρισκόμασταν, να μετατρέπεται γρήγορα σε κόκκο άμμου. Ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος να κινείται με τέτοιες ταχύτητες, σκέφτομαι.

Καθώς σχίζουμε τα σύννεφα στα δύο, διακρίνω στιγμιαία ανάμεσά τους ποτάμια, δάση, ερήμους, θάλασσες, μα και ανθρώπους, καράβια, πόλεις και χώρες ολόκληρες που όμοιά τους δεν έχω αντικρίσει (άραγε πόσο γρήγορα κινούμαστε και πόσο μακριά έχουμε φτάσει;) Βλέπω τον κόσμο να αλλάζει, τις τεκτονικές πλάκες να μετακινούνται καθώς ο χρόνος περνά και χύνεται σαν το νερό. Διακρίνω ακόμη τις εκφράσεις στα πρόσωπα των ανθρώπων- αν κοιτάξω αρκετά καλά, διαπιστώνω πως είναι ορατές οι ίδιες τους οι σκέψεις!

Και ενώ οι εικόνες περνούν αστραπιαία από μπροστά μου, νιώθω το πλάσμα κάτω από το σώμα μου να σείεται. Ο θεόρατος λαιμός του γυρνά για να με κοιτάξει. “Κρατήσου,” ακούω την κρυστάλλινη φωνή, και ενστικτωδώς υπακούω. Το πλάσμα τώρα στρέφει το πρόσωπό του προς τα κάτω, και το έδαφος σπεύδει γρήγορα να μας συναντήσει.

Η ανατολή του ήλιου βρίσκει εμένα και το παράξενο πλάσμα να στεκόμαστε και πάλι αντικριστά. Καθώς το νεογέννητο φως χαϊδεύει τις δεντροκορφές, τα μεγάλα βαθυγάλανα μάτια του με μελετούν με ενδιαφέρον.

Τι να βλέπει άραγε όταν με αντικρίζει; Ίσως να με κοιτάζει όπως ένας ενήλικος σκύλος το κουταβάκι που στέκεται ακλόνητο μπροστά του: με μία κάποια συμπάθεια, αλλά διασκεδάζοντας με την εικόνα.

Η σιωπή τελικά σπάει. Σηκώνοντας τη μουσούδα προς τον ήλιο το πλάσμα ξεφυσά, στέλνοντας ένα σύννεφο ατμού στους ουρανούς. Απλώνοντας τα φτερά τινάζει τις πρωινές δροσοσταλίδες ενώ ταυτόχρονα χτυπά με τη σειρά και τις τέσσερις οπλές στο χώμα για να ξεπιαστεί. Ύστερα στρέφεται και πάλι προς τα εμένα. Σκύβοντας φέρνει το πρόσωπό του τόσο κοντά στο δικό μου, που μπορώ να διακρίνω τα μεμονωμένα άστρα στους γαλαξίες των ματιών του…

Τα μέτωπά μας ακουμπούν. Κλείνω τα μάτια και βλέπω για άλλη μία φορά τις μακρινές χώρες όπου με πήγαν πρωτύτερα τα λευκά φτερά του. Βλέπω κι άλλα πράγματα· εικόνες που δεν θα προσπαθήσω καν να περιγράψω. Τέλος, βλέπω εμένα.

Ανοίγω τα μάτια, και βρίσκω δικά του ακόμη εκεί, καρφωμένα στην ψυχή μου.

Με άλλο ένα ξεφύσημα, το τέρας γυρίζει απότομα το σώμα του προς το βουνό και ξεκινά να τρέχει. Έκπληκτος ακόμη από τα όσα μόλις συνέβησαν, παραμένω να ακολουθώ με το βλέμμα μου τον ασημένιο γίγαντα να απομακρύνεται γρήγορα. Τι μεγαλειώδες πλάσμα όντως…

Φτάνοντας στο χείλος του δάσους κοντοστέκεται, και βρυχάται μία τελευταία φορά προς την κατεύθυνσή μου· έπειτα εξαφανίζεται. Στην φωνή του δεν διέκρινα οργή ούτε φόβο, μα ούτε και αναγνώριση.

Είναι μία πρόσκληση. Αν και ξέρω πως δεν με βλέπει πλέον, σηκώνω το χέρι και φωνάζω κι εγώ προς το μέρος του. Θα ξανασυναντηθούμε στο ίδιο αυτό σημείο. Ίσως χρειαστεί να σκαρφαλώσω το βουνό πολλές φορές μάταια για να πετύχω κάποτε εκείνη την μία συνάντηση (δεν είναι άλλωστε θηρίο ήμερο), αλλά αξίζει· γιατί εκείνη τη μία φορά το πλάσμα θα με αναγνωρίσει, και θα πετάξω ξανά πάνω από τα σύννεφα.

Τι θαυμάσια μυστήρια κρύβει αυτός ο κόσμος! Και ποιος θα με πιστέψει αν του αφηγηθώ όσα είδα; Και είναι κρίμα, γιατί ο καθένας μπορεί να κάνει το ίδιο αυτό ταξίδι στην πλάτη του πλάσματος, εάν έχει την υπομονή να το βρει, και την επιμονή να το ιππεύσει.

Αυτό είναι λοιπόν το θηρίο για το οποίοι μιλούν οι θρύλοι!

Πράγματι, αυτό είναι το στοιχειό της φύσης…

 

cover art: Άννα Σπηλιωτοπούλου

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s