ανωνυμο

«Έη!»

«Έη!» αναφώνησε παραπονεμένα το κορίτσι. «Έη, ξύπνα!»
Ο άντρας ανασήκωσε το ένα φρύδι, με τα μάτια ακόμη κλειστά.
«Τι θες, τι ώρα είναι;»
«Είναι η ώρα που ξυπνάς.» Τα μαύρα της μάτια άστραψαν.
«Δεν ξυπνάω, να κοιμηθείς εσύ», μουρμούρισε εκείνος. «Σίγουρα θα είναι νωρίς, ίσως και σαββατοκύριακο. Δεν θα με ξεγελάσεις πάλι στο να σηκωθώ από το κρεβάτι–»
«ΞΥΠΝΑ!»
Τα βλέφαρα του άντρα άνοιξαν σε αργή κίνηση, σαν τα βαριά σιδερένια ρολά κάποιου καταστήματος. Τα μάτια του έκαναν τον κύκλο του δωματίου, κι έφτασαν στο ημερολόγιο τοίχου. Δεν ήταν σαββατοκύριακο. Ύστερα στράφηκαν πάνω της.
Εκείνη ανταπέδωσε το βλέμμα χαμογελώντας περήφανα.
«Τέλεια! Τώρα σήκω, μας περιμένει πολλή δουλειά.»
Ένα δυσαρεστημένο μουγκρητό ξέφυγε από τα πνευμόνια του άντρα καθώς ανακάθισε στο στενό κρεβάτι σαν βρυκόλακας· οι πυτζάμες γλίστρησαν μακριά από το σώμα του, καθώς τη θέση τους πήρε η φορεσιά της ημέρας- παντελόνι, φανέλα, πουκάμισο άτσαλα σπρωγμένο μέσα από τη ζώνη. Το πρόσωπο και τα δόντια πλύθηκαν, οι ατίθασες τρίχες έπεσαν ακρωτηριασμένες από μουστάκι στο νεροχύτη. Μέσα σε δεκαπέντε λεπτά ο άνδρας καθόταν στην καρέκλα του μπροστά στο πολυκαιρισμένο τραπεζάκι από σφένδαμο, τα μόνα έπιπλα που στόλιζαν την κουζίνα. Το κορίτσι καθόταν στην άλλη πλευρά του τραπεζιού.
Ήταν πράγματι αξιοπερίεργο θέαμα οι δύο τους: Ο μεν, μεσήλικας (σίγουρα πατούσε γερά τα πενήντα), ψηλός και παχουλός, με πυκνό μουστάκι και δουλεμένο από την κούραση πρόσωπο. Η δε, ίσως και να μετρούσε ακόμη τα χρόνια της στα δάχτυλα. Μικρόσωμη αλλά γεμάτη νεύρο, κάθε κίνησή της ήταν σβέλτη και ακριβής· τα μάγουλά της ανέγγιχτα από τις χαρακιές του χρόνου και της στεναχώριας. Σίγουρα έμοιαζαν πολύ: Στα καστανά μαλλιά, στο χρώμα των ματιών, στον τρόπο που χαμογελούσαν. Η ψυχή του ενός όμως κουβαλούσε φανερά μεγαλύτερο βάρος, και αυτή η διαφορά υπερίσχυε όλων των ομοιοτήτων που μπορεί να έβρισκε κάποιος τρίτος.
Όπως κάθε πρωί, έτσι και εκείνη τη μέρα πήραν μαζί το πρωινό τους: καφές, και γάλα. Ο άντρας καμπούριαζε πάνω από την πρωινή εφημερίδα, το κορίτσι στριφογύριζε αεικίνητο απέναντί του. Τελικά το φως του ανατέλλοντος ήλιου πέρασε από το μικρό παραθυράκι, δίνοντας το σύνθημα. Οι δύο τους σηκώθηκαν, φόρεσαν τα παλτά τους και βαδίζοντας γρήγορα άφησαν πίσω το ημιυπόγειο διαμέρισμα.

Στο δρόμο προς τη δουλειά, ο άντρας συνειδητοποίησε πως το κορίτσι τον κοιτούσε επίμονα από τη θέση του συνοδηγού.
«Τι έγινε, τι τρέχει;» την ρώτησε.
Εκείνη έμεινε για λίγο σκεπτική.
«Θυμάσαι παλιά, που ξυπνούσαμε πριν το χάραμα για να φτάσουμε πρώτοι στο σχολείο;»
Ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στις άκρες των χειλιών του άντρα. «Ζωγραφίζαμε αστεία πρόσωπα στον πίνακα της τάξης για να τα βρουν εκεί τα άλλα παιδιά…»
«Ωραία δεν ήταν;»
Το κορίτσι τώρα τον κοιτούσε στα μάτια. Η ευτυχία που εξέπεμπε το βλέμμα της τον έκανε να κοιτάξει αλλού.
«Και τώρα ξυπνάμε από το χάραμα. Πλέον είναι για να προλάβω το άνοιγμα των αγορών και να μείνω εντός του χρονοδιαγράμματος των επενδυτών, αλλά…»
«Ζωγράφιζες όμορφα, ξέρεις.»
Ο άντρας κάγχασε θλιμμένα.
«Κρίμα που δεν ήταν αρκετά όμορφα για να βγάλω το ψωμί μου από αυτό.»
«Που ξέρεις. Ίσως αν είχες προσπαθήσει να βρισκόταν κάποιος να σε πληρώσει για αυτό που αγαπάς!»
Το κορίτσι χαμογέλασε αθώα, κουνώντας τα πόδια της που κρέμονταν από την άκρη του καθίσματος. Ήταν προφανές πως αγνοούσε τη μιζέρια στην οποία βύθιζαν τα λόγια της τον οδηγό…
«Άλλωστε, ακόμη ζωγραφίζεις. Έχω δει αυτά που σκαλίζεις στις γωνίες των σελίδων όταν βαριέσαι.»
«Η ζωή δεν είναι τόσο απλή όσο τη φαντάζεσαι» είπε κοφτά εκείνος, κοιτάζοντας το δρόμο ευθεία μπροστά του.
Εκείνη το σκέφτηκε για μία στιγμή.
«Μπα, νομίζω πως είναι.» Το χέρι της κρεμόταν έξω από το παράθυρο, ανεβοκατεβαίνοντας σαν δελφίνι πάνω στα κύματα του ανέμου.
Η μηχανή της παλιάς Alfa Romeo έβηξε καθώς ο δρόμος έγινε πιό ανηφορικός. Ζεστός καπνός ξεχύθηκε από την πίσω πλευρά του οχήματος, μετατρέποντας σε ατμό το βροχόνερο που καθόταν στην άσφαλτο από το βράδυ. Αν και κανείς τους δεν το πρόσεξε εκείνη τη στιγμή, ο χιλιομετρητής μόλις ξεπέρασε τις διακόσιες χιλιάδες χιλιόμετρα.

Το μεσημέρι βρήκε τους δύο τους σε ένα μικροσκοπικό γραφείο. Ο άντρας ήταν σκυμμένος μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, περιτριγυρισμένος από στοίβες φακέλων και σκόρπιες σελίδες χαρτί. Το κορίτσι καθόταν στο πάτωμα. Οι γυψοσανίδες που χώριζαν το τετράγωνο κουβούκλιο από τα διπλανά ήταν κι εκείνες γεμάτες με σημειώσεις, στατιστικές αναλύσεις και υπενθυμίσεις.

Γύρω στις τέσσερις παρά δέκα το κορίτσι σηκώθηκε ξαφνικά από το πάτωμα. Ο άντρας, που είχε απορροφηθεί απο την εξαιρετική άνοδο που έδειχνε κάποια μετοχή, δεν την πρόσεξε ακόμη κι όταν εκείνη άρχισε να ξεκαρφιτσώνει τα διάφορα χαρτάκια από τον τοίχο. Συνέχισε να μην τις δίνει σημασία για αρκετή ώρα, και με τις πλάτες γυρισμένες ο ένας στον άλλο εργάστηκαν πυρετοδώς, μέχρι που–
Ένας κοντός, καλοντυμένος τριαντάρης εμφανίστηκε στην είσοδο του κουβουκλίου. Το πρόσωπό του ήταν σοβαρό, και ξεκίνησε να μιλά χωρίς να πει καλημέρα.
«Μήπως έχεις έτοιμες εκείνες τις στατιστικές αναλύσεις που- μα για τ’όνομα του θεού, τι έκανες εδώ;»
Ο άντρας γύρισε και κοίταξε τον προϊστάμενό του, ύστερα στράφηκε προς το αντικείμενο της έκπληξής του.
Τα πολύχρωμα χαρτάκια -συνήθως ταξινομημένα σε στήλες ανάλογα με την τελική διορία και την προτεραιότητα του έργου που αναγραφόταν- είχαν βγεί από τη θέση τους. Πλέον σχημάτιζαν ένα πολύπλοκο χρωματιστό σχήμα, σαν σίφουνας από πολύχρωμα πίξελ σε οθόνη παλιού υπολογιστή. Το αποτέλεσμα ήταν ομολογουμένως εντυπωσιακό, ο άντρας όμως ήξερε πως ο προϊστάμενός του δεν εκτιμούσε την καλλιτεχνική πλευρά του θεάματος.
Όντως. Με δύο βήματα ο κουστουμοφόρος ανώτερος ήρθε και στάθηκε μπροστά από τον ακόμη καθιστό υπάλληλό του, πήρε μία βαθιά ανάσα, και άρχισε να γαβγίζει.
«Έτσι σπαταλάς το χρόνο σου στη δουλειά; Δεν ξέρω αν σε ενημέρωσαν αλλά δεν πληρώνεσαι για να κάνεις χειροτεχνίες! Πόσες ώρες πέταξες φτιάχνοντάς το αυτό;  Ίσως να το πρόσεξες πως πνιγόμαστε. Όλοι σου οι συνάδελφοι σκίζονται κι εσύ παίζεις;»
Ο καθιστός άντρας κοίταξε προς το μέρος του κοριτσιού, το οποίο θαύμαζε απτόητο το έργο τέχνης, και αναστέναξε.
«…εμένα θα κοιτάζεις όταν σου μιλάω, ακούς; Βασικά μην μπαίνεις στον κόπο. Έχεις μέχρι το απόγευμα να μαζέψεις τα προσωπικά σου αντικείμενα και να περάσεις από τη γραμματεία για την τελευταία σου επιταγή. Συγχαρητήρια, απολύεσαι.»
Ο άντρας σηκώθηκε από την καρέκλα. Ήταν τουλάχιστον δύο κεφάλια ψηλότερος από τον άλλο, και αρκετά ογκώδης- για μία στιγμή η δυναμική ανώτερου-κατώτερου αντιστράφηκε, και ο προϊστάμενος έκανε ένα βήμα πίσω. Ο άντρας όμως έσκυψε το κεφάλι.
«Συγνώμη κύριε, έχετε απόλυτο δίκιο. Δεν θα επαναληφθεί, και υπόσχομαι να αναπληρώσω άμεσα το χρόνο που έχασα.»
Η μέθη της εξουσίας είχε όμως επιστρέψει στα μάτια του (πρώην) προϊστάμενού του.
«Σε αυτό το γραφείο δεν έχουμε χώρο για αργόσχολους τεμπέληδες σαν εσένα. Έχεις μέχρι το απόγευμα», είπε και κάνοντας μεταβολή βγήκε φουριόζος από το κουβούκλιο. Καθώς έβγαινε, το κοριτσάκι του έβγαλε κοροϊδευτικά τη γλώσσα.

Ο δρόμος είχε ως επί το πλείστον στεγνώσει από τη βραδινή βροχή, είχαν μείνει όμως μικρές λιμνούλες όπου υπήρχε λακκούβα στην άσφαλτο. Το βρώμικο πια νερό ξεγελούσε πολλούς οδηγούς για το βάθος της λακκούβας, με αποτέλεσμα κάποια αυτοκίνητα να δοκιμάζουν βίαια τις αναρτήσεις τους.
Ο άντρας οδήγησε για αρκετή ώρα χωρίς ιδιαίτερο προορισμό. Η οδήγηση τον ηρεμούσε.
Το κορίτσι καθόταν κι εκείνο δίπλα του, με τα χέρια ακουμπισμένα στο πρεβάζι, και το κεφάλι να αναπαύεται πάνω τους. Σφύριζε κάποιο σκοπό, αλλά τα παιδικά της χείλη δεν γνώριζαν ακόμη πως να παράξουν νότες καθιστώντας αδύνατη την αναγνώριση του τραγουδιού.
Ο άντρας αναστέναξε.
«Η ζωή δεν είναι παραμύθι. Είχε δίκιο ο προϊστάμενος όταν είπε…»
«Μπλεχ. Δεν τον συμπάθησα καθόλου αυτό τον τύπο!»
«Ούτε εγώ, αλλά ακόμη κι εσύ πρέπει να καταλαβαίνεις πως» (ο άντρας τώρα σχεδόν φώναζε) «αυτός ήταν που πλήρωνε τους λογαριασμούς, το φαγητό, και τη βενζίνη για το αμάξι!»
Το κορίτσι τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Ο άντρας έμεινε για λίγο σιωπηλός.
«Δεν έχει σημασία πια. Σημασία έχει να βρω δουλειά σύντομα.»
Εκείνη έστρεψε το βλέμμα προς τα κάτω, σιωπηλή. Ο οδηγός την κοίταξε από τον εσωτερικό καθρέφτη, και τα μάτια του φανέρωναν πως μετάνιωνε για το ξέσπασμά του. Κοιτώντας έξω από το παράθυρο, αναγνώρισε τη γειτονιά στην οποία τον είχε βγάλει ο δρόμος. Έστριψε αριστερά στο πρώτο στενό, και ξανά αριστερά στο επόμενο. Βρήκε θέση να παρκάρει ακριβώς μπροστά στο μαγαζί.
«Έλα», είπε στο κορίτσι.

Οι δύο τους κάθισαν στο μικρό τραπέζι έξω από το τυροπιτάδικο. Η κοπέλα που δούλευε ήταν νέα, σίγουρα όχι η ίδια που θυμόταν από τα εφηβικά του χρόνια. Της παρήγγειλε μία μπουγάτσα και ένα σοκολατούχο γάλα, και η σερβιτόρα χαμογέλασε στον μεσήλικα άντρα πριν τα σημειώσει στο μπλοκάκι της.
Το κοριτσάκι παρατηρούσε τη σερβιτόρα.
«Δεν είναι η ίδια με παλιά», είπε τελικά. Ήταν ακόμη στεναχωρημένη.
«Πολλά έχουν αλλάξει από τότε» αποκρίθηκε εκείνος, απολαμβάνοντας τον χειμωνιάτικο ήλιο.
«Κι εσύ έχεις αλλάξει. Έγινες γέρος και χοντρός.»
Αυτός γέλασε. «Αναπόφευκτο ήταν, έτσι όπως τρώω!»
«Και σοβάρεψες πολύ.»
«Αυτό κι αν ήταν αναπόφευκτο…»
Η μπουγάτσα και το σοκολατούχο γάλα κατεύθασαν. Ο άντρας ευχαρίστησε τη σερβιτόρα, και τη ρώτησε αν ήξερε τι απέγινε η μαυρομάλλα δεσποινίδα που κρατούσε το μαγαζί πριν από εικοσιπέντε χρόνια. Εκείνη χαμογέλασε ευγενικά, και αποκρίθηκε πως δεν ήξερε καθώς δεν είχε ακόμη γεννηθεί τότε, και τον ρώτησε αν θα ήθελε να παραγγείλει κάτι άλλο. Ο άντρας λιγάκι ντροπιασμένος απάντησε πως δεν ήθελε κάτι άλλο και την ευχαρίστησε.

Ο άντρας και το κοριτσάκι απόλαυσαν σιωπηλά το γεύμα τους. Ένας παρατηρητής ίσως έκανε το συσχετισμό μεταξύ της εικόνας αυτής στο τραπεζάκι έξω από το τυροπιτάδικο, και εκείνης στο τραπεζάκι της κουζίνας την ώρα του πρωινού. Ο παρατηρητής θα έβρισκε πως τώρα οι δύο τους έμοιαζαν πολύ περισσότερο- αν δεν υπήρχε το ηλικιακό χάσμα, μπορεί να υπέθετε πως ήταν αδέλφια.

«Νομίζω πως πρέπει να φύγεις», είπε ο άντρας. Ήταν πλέον βράδυ, και οι δύο τους κάθονταν στην ταράτσα του οκταόροφου κτιρίου, στο ημιυπόγειο του οποίου έμεναν.
Το κορίτσι τον κοίταξε ξαφνιασμένο.
«Τι εννοείς να φύγω;»
«Να φύγεις, να μην είσαι πια εδώ.»
Τα φρύδια της έσμιξαν σε μία έκφραση δυσπιστίας. Ήταν πράγματι τα τελευταία λόγια που περίμενε να ακούσει.
«Πώς μπορείς να το λες αυτό;»
«Κάποτε η παρέα σου ήταν ευχάριστη. Πλέον όμως, και δεν το λέω με πικρία μα… Μονίμως περιπλέκεις τα πράγματα.»
«Μα δεν το κάνω επίτηδες, απλώς είμαι ο εαυτός μου!» διαμαρτυρήθηκε εκείνη. Τα πόδια της κρέμονταν χαλαρά πάνω από το κενό.
Ένας αναστεναγμός ξέφυγε από το στήθος του άντρα.
«Αυτό είναι το πρόβλημα… Είσαι ο εαυτός σου, μα ο εαυτός σου είναι εκ φύσεως αντίθετος σε ο,τι κάνω. Κοίτα τι έγινε στη δουλειά σήμερα, όταν–»
«Αυτό το καθίκι αντέδρασε υπερβολικά και το ξέρεις, δεν φταίω εγώ αν τον έδερναν στο σχολείο και τώρα βγάζει τα ψυχολογικά του–»
«Μα δεν αντέδρασε υπερβολικά, αυτό είναι το θέμα! Υποτίθεται πληρώνομαι για να κάνω μία δουλειά, και δεν ήταν η πρώτη φορά που αντί για δουλειά ο προϊστάμενος βρίσκει κάποιο από τα έργα τέχνης σου. Τώρα είμαι άνεργος στα πενήντα έξι μου χρόνια, με ελάχιστες πιθανότητες πρόσληψης και έξοδα που τρέχουν!»
Η μικρή τον κοίταξε αποσβολωμένη. Το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο.
«Δεν γίνεται να φύγω», ψιθύρισε.
«Τι;»
«ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ να φύγω, Δ-Ε-Ν γίνεται!» ούρλιαξε.
«ΠΡΕΠΕΙ όμως! Δεν ξέρω πως έχεις σχηματίσει τον κόσμο στο μυαλουδάκι σου, στην πραγματική ζωή όμως είσαι απλώς ένα εμπόδιο.»
Ακολούθησε σιωπή.
«Θέλεις να φύγω; Εντάξει λοιπόν, θα φύγω.» Με ένα σάλτο βρέθηκε όρθια, με την πλάτη προς την άκρη του κτιρίου. «Αν αυτό θέλεις θα φύγω τώρα αμέσως.»
«Μην είσαι ανόητη, δεν θα πηδήξεις» είπε εκείνος, μα ο τόνος της φωνής του πρόδιδε πως δεν ήταν σίγουρος. Το κορίτσι κάγχασε ειρωνικά.
Με αργές κινήσεις ο άντρας σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά της.
«Έλα πιό μέσα, μπορεί να γλιστρήσεις.»
«Παίρνεις πίσω αυτά που είπες;»
«Συγνώμη που είπα πως είσαι μόνο εμπόδιο στη ζωή μου. Το παίρνω πίσω.»
«Και το ότι πρέπει να φύγω;»
Οι ματιές κλείδωσαν μεταξύ τους.
«Αυτό ισχύει.»
«ΌΧΙ!» Φώναξε το κοριτσάκι χτυπώντας το πόδι της κάτω, και τη λέξη ακολούθησε ένας λυγμός. «Όχι, δεν ισχύει. Μην μου ζητάς να το κάνω αυτό.»
Στην απέναντι πολυκατοικία κάποιος τους είχε δει και με το τηλέφωνο στο χέρι φώναζε πανικόβλητος προς το μέρος τους. Η απόσταση όμως ήταν πολύ μεγάλη για να ξεχωρίσει κανείς τι έλεγε.
Ο άντρας άπλωσε το χέρι του.
«Έλα», της είπε. «Ας το συζητήσουμε κάτω στο σπίτι, ήρεμα.»
Τα μάτια του κοριτσιού ενώθηκαν πάλι με τα δικά του. Ανάμεσα στα δάκρυά της τώρα αχνοφάνηκε λίγη ελπίδα.
«Εντάξει» ψέλλισε, και έτρεξε στην αγκαλιά του.
Για λίγο έμειναν εκεί- ο ψηλός, εύσωμος μεσήλικας, και το μικροσκοπικό κοριτσάκι. Οι ώμοι της τραντάζονταν σε κάθε λυγμό, ενώ εκείνος της χάιδευε τα μαλλιά. Ο νυχτερινός αέρας φύσηξε προσπαθώντας να τους χωρίσει αλλά, όπως και στο μύθο του Αισώπου, κατάφερε μόνο να τους σμίξει ακόμη περισσότερο.
«Είσαι καλά;» την ρώτησε εκείνος.
Το κορίτσι, χωμένο βαθιά στην αγκαλιά του, έγνεψε αρνητικά.
«Ούτε κι εγώ,» της είπε.
«Το ξέρω.»
«Συγνώμη…»
«Έχεις δίκιο. Πρέπει να φύγω.»
«Το ξέρω.»
«Θα πονέσει;»
«Πονάει ήδη…»

Το κορίτσι γλίστρησε αβίαστα μέσα από την αγκαλιά του άντρα, και με απόλυτη φυσικότητα περπάτησε μέχρι το χείλος του κτιρίου -κι ύστερα πέρα από αυτό. Ο άνεμος έφερε τις λέξεις του ανθρώπου από την απέναντι πολυκατοικία -μην το κάνετε κύριε, μην το κάνετε!
Κάπου στο βάθος ακούστηκαν σειρήνες.

Όταν έφτασε η αστυνομία, ένα μικρό πλήθος είχε ήδη μαζευτεί στο πεζοδρόμιο. Ο αξιωματικός άνοιξε δρόμο ανάμεσα στους παρευρισκόμενους, μέχρι που έφτασε στο κέντρο. Κειτόταν εκεί, με τα άκρα γυρισμένα σε αφύσικες γωνίες, και μία παράξενα γαλήνια έκφραση στο πρόσωπο.
«Μπορεί κανείς να ταυτοποιήσει το θύμα;» απηύθυνε το λόγο στο πλήθος ο αστυνομικός.
Ένας παππούλης σήκωσε το χέρι.
«Δεν τον γνώριζα προσωπικά, μα τον έβλεπα συχνά. Είναι ο άντρας που έμενε μόνος στο ημιυπόγειο.»

 

 

cover art: Δάφνη Χατήρα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s