ο χορος της Σαλωμης

(Η ιστορία που ακολουθεί γράφτηκε πάνω σε μουσική. Προτρέπω τον αναγνώστη να αναγνώσει το κείμενο έχοντας το ίδιο μουσικό φόντο με τον συγγραφέα του όταν το συνέθετε.)

Θυμήθηκα τη συμβουλή του Γιεγκόρ. Έτσι καθώς το έδαφος υποχωρούσε κάτω από τα φτερά του διθέσιου Yak 9, παρατήρησα τα φώτα της πόλης. Ήταν ακριβώς όπως μου το είχαν περιγράψει. Το νυχτερινό τοπίο διέγραφαν πορτοκαλί και κόκκινες φλέβες που απλώνονταν παράλληλα, διακλαδώνονταν, μπλέκονταν και μαζεύονταν σε μεγάλους θρόμβους πριν πάρουν πάλι η καθεμιά το δρόμο της. Και συνειδητοποίησα πως οι γραμμές που διαπερνούσαν τη μαύρη νύχτα ήταν χαρακιές, ρωγμές στο φλοιό της Γης από όπου αναβλύζει το φως σαν λάβα- το αίμα μίας αρχαίας θεότητας που λαβώσαμε χτίζοντας πόλεις πάνω της…

Ύστερα με κατάπιαν τα σύννεφα. Προσάρμοσα το πηδάλιο και η μηχανή του αεροσκάφους γουργούρισε ευχαριστημένη γύρω μου. Χαμογέλασα- ο Γιεγκόρ πάντα έλεγε πως το Yak γουργουρίζει σαν γάτα.

Και ήταν αλήθεια αισθητή η απουσία του από το κάθισμα του δεύτερου πιλότου. Δεν μπορούσα να δω την άδεια θέση του μιας και βρισκόταν πίσω από τη δική μου, έτσι για τον πρώτο μήνα μετά το δυστύχημα συνέχιζα να του μιλώ, προσποιούμενη πως ήταν εκεί. Είχα σταματήσει όμως να προσποιούμαι.

“Σαλώμη, λαμβάνεις; Όβερ.” ακούστηκε η χαρακτηριστική φωνή του Νικολάι στον ασύρματο, βγάζοντάς με από τις σκέψεις μου.

“Λαμβάνω κέντρο, κι ας μου επιτραπεί η παρατήρηση πως το πρωτόκολλο προβλέπει να απευθύνεσαι στους πιλότους με το όνομα του αεροσκάφους. Όβερ.”

Ο Νικολάι γέλασε εγκάρδια. Σχεδόν άκουγα το αλκοόλ στη φωνή του.

“Είσαι το μόνο σκάφος στον αέρα τέτοια ώρα, δεν πιστεύω πως θα μπερδευτεί κανένας. Όβερ.” Η ευθυμία του ήταν μεταδοτική, και η διάθεσή μου βελτιώθηκε αμυδρά, παρ’ όλο που δεν είχα πιεί σταγόνα.

“Πως μπορώ να βοηθήσω, κέντρο;”

Ο ασυρματιστής του κέντρου εδάφους απάντησε- χαλαρός μεν, μα η φωνή του μου ακούστηκε λίγο βαρύτερη. “Σαλώμη, που πηγαίνεις; Δεν έχεις πάρει άδεια απογείωσης, και δεν έχω λάβει ενημέρωση για κάποια έκτακτη δική σου αποστολή.”

Στον ορίζοντα είδα τη θάλασσα να παίρνει φωτιά, σημάδι της επερχόμενης ανατολής. Που πήγαινα άραγε; Που πηγαίνει οποιοσδήποτε άνθρωπος όταν του δίνεις φτερά; Ήμουν ικανή πιλότος, σε αυτό συμφωνούσαν όλοι, δεν έγινα όμως πιλότος για να πάρω μέρος σε αυτό τον πόλεμο. Κι όμως, ο πόλεμος τελείωσε κι εγώ ήμουν ακόμη εκεί. Που πήγαινα;

“Σαλώμη;” ρώτησε ξανά ο Νικολάι, λίγο πιό ανήσυχος.

“Σε λαμβάνω κέντρο. Απλώς χρειαζόμουν λίγο αέρα…”

“Το ξέρεις πως υπάρχουν τρόποι να ξεδώσεις χωρίς να κινδυνεύεις να περάσεις στρατοδικείο, έτσι;” Η ανησυχία δεν είχε φύγει εντελώς από τη φωνή του.

Γέλασα, και ακολούθησε μία παύση.

Ίσως ήταν ένα λεπτό, ίσως δέκα. Για λίγο όμως άκουγα μόνο τον κινητήρα του Yak και την αναπνοή μου. Ένα τραγούδι άρχισε να παίζει κάπου (μάλλον στο μυαλό μου), και οι ήχοι των οργάνων ήρθαν να συνοδέψουν άψογα αυτούς της καρδιάς μου και του αεροσκάφους.

“Κοντεύεις να βγεις από την εμβέλεια του ασυρμάτου” με πληροφόρησε ανήσυχος ο Νικολάι. Όντως, η φωνή του ακούστηκε σαν σπασμένο πιάτο, σαν χαρτί που σκίζεται σε μυριάδες μικρά χαρτάκια.
“Σαλώμη”, είπε πάλι. Αυτή τη φορά ίσα που διέκρινα το όνομά μου ανάμεσα στις παρεμβολές.
Γέλασα ξανά. Μία παράξενη ηρεμία άρχισε να απλώνεται μέσα μου. Παρατήρησα τα δάχτυλά μου, χαλαρά τυλιγμένα γύρω από το πηδάλιο. Παρατήρησα την αντανάκλασή μου στο γυαλί. Ποιο ήταν αυτό το κοριτσάκι που οδηγούσε το αεροσκάφος μου;

Ύστερα η πραγματικότητα επέστρεψε κατακλύζοντας το σώμα μου σαν κύμα- σαν εκείνα τα κύματα τετρακόσια μέτρα πιο κάτω- παρασέρνοντας όλες μου τις άμυνες, τις δικαιολογίες, την ψεύτικη αταραξία, αφήνοντάς με γυμνή απέναντι στο κενό. Το κορίτσι στο τζάμι μετατράπηκε σε γυναίκα, και τα δάχτυλά μου έσφιξαν τόσο το πηδάλιο που άσπρισαν οι αρθρώσεις. Μέσα στον πανικό τα χέρια μου κινήθηκαν αυτόματα στρέφοντας το αεροσκάφος προς τα κάτω. Η τριών τόνων μηχανή υπάκουσε και με έναν απρόθυμο βρυχηθμό όρμησε να συναντήσει τη Γη. Στο βάθος άκουσα τη φωνή από τον ασύρματο να φωνάζει ακατάληπτα. Συνειδητοποίησα πως είχα αρχίσει να τραγουδώ.

 

Αν όλη μου η ζωή ήταν ένας χορός, τότε αυτή η πτώση ήταν η κορύφωση: το σάλτο που άφησε άφωνο κάθε άνδρα, γυναίκα και παιδί στο κοινό. Πως να μην χειροκροτήσει κανείς τέτοια δεξιοτεχνία, τέτοιο πάθος; Αλλά η αναγνώρισή τους δεν με αγγίζει: το μόνο άτομο που ήθελα να εντυπωσιάσω είχε ήδη φύγει από το θέατρο.

.    .    .    .    .    .        .    .    .    .

“Σαλώμη”, μου ψιθύρισε, η φωνή του σαν τον ήλιο. “Για ποιόν κινείς τα πέπλα σου αν όχι για εμένα;”
“Χορεύω για τον βασιλιά”, απάντησα θλιμμένη. “Να δώσει πίσω μία ζωή τώρα, αντί να πάρει!”

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s